Χρόνια πολλά, μανούλα!

σάρωση0049

Με αφορμή τη γιορτή της μητέρας, οι μικροί μαθητές της Α΄ τάξης του σχολείου μας παρουσίασαν στους δασκάλους και τους μαθητές των άλλων τάξεων μια μικρή γιορτή, που ετοίμασαν με τις δασκάλες τους.
Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στον προαύλιο χώρο του σχολείου, αμέσως μετά την πρωινή προσευχή, την Παρασκευή 8 Μαΐου 2015. Τα παιδιά απήγγειλαν ποιήματα και τραγούδησαν ένα πολύ τρυφερό τραγούδι για τη μητέρα, που το διδάχτηκαν από την κ. Ανέζα Σπανοπούλου, τη δασκάλα της Μουσικής του σχολείου μας.
Στη συνέχεια, στην τάξη, οι μαθητές κατασκεύασαν κάρτες, για να τις προσφέρουν στις μανούλες τους, μαζί με ένα γλυκό φιλί.

Σερετούδη Αγαπία
Τριανταφυλλούδη Περιστέρα
Εκπαιδευτικοί Α΄τάξης

DSCN3689

DSCN3688

DSCN3684

Γιορτάζει η μητέρα

« Μάνα κράζει το παιδάκι,
μάνα ο νιος και μάνα ο γέρος
μάνα ακούς σε κάθε μέρος
αχ! Τι όνομα γλυκό».
Γ. Μαρτινέλης

Μάνα! Λέξη γλυκιά, λέξη τρυφερή, που κλείνει μέσα της ποτάμια καλοσύνης και υπομονής, που το άκουσμά της φέρνει ρίγη συγκίνησης σε κάθε ανθρώπινο πλάσμα. Η αγκαλιά της είναι το λιμάνι το ήρεμο, χωρίς κύματα και καταιγίδες, που κάθε βασανισμένος και κουρασμένος βρίσκει τη γαλήνη και την ηρεμία.
Της οφείλουμε πολλά. Είναι η αγνή μορφή, που σαν άγγελος καλός στέκεται δίπλα μας και προσέχει κάθε μας βήμα και προλαβαίνει κάθε κακό. Κούραση, φροντίδες, ξενύχτια παρέχονται απλόχερα, με ανεξάντλητη στοργή και απέραντη αφοσίωση.
Η αγάπη της μάνας είναι η μεγάλη, η ανιδιοτελής, η μοναδική αγάπη που ξεπερνά το εγώ, ξεχνά τον εαυτό της και προσφέρεται στο βωμό της θυσίας για το χατίρι των παιδιών της.
Το ωραιότερο και σημαντικότερο για την ανθρωπότητα στοιχείο είναι η οικογένεια και μέσα σ’ αυτήν την πρώτη θέση κατέχει η μάνα. Αυτή είναι η ψυχή της οικογένειας. Η μητέρα δημιουργεί ανθρώπους. Είναι πλάστης ψυχών και σωμάτων. Είναι μεγάλος ο ρόλος της μάνας και υπέροχη η αποστολή της.
Να είσαι μητέρα σημαίνει την πιο μεγάλη χαρά της ζωής, αλλά και την πιο μεγάλη ευθύνη απέναντι στη ζωή. Η μητέρα είναι ο συμπαραστάτης, ο βοηθός, ο οδηγητής και ο σύμβουλος, η ελπίδα και η παρηγοριά. Είναι μια έννοια χωρίς εθνικότητα, μια λέξη χωρίς χρονολογία. Είναι ένα πανανθρώπινο σύμβολο.
Στην αφανή ηρωίδα της μητρότητας έχει καθιερωθεί η δεύτερη Κυριακή του Μαΐου, ως παγκόσμια ημέρα της εορτής της. Είναι ο φόρος τιμής και η ένδειξη της ευγνωμοσύνης ολόκληρης της ανθρωπότητας στο έργο της και την αποστολή της. Είναι η αναγνώριση των θυσιών, η επιβεβαίωση της προσφοράς της και το μεγάλο ευχαριστώ που η κοινωνία προσφέρει στο πιο αγαπημένο και το πιο σεβαστό πλάσμα, τη Μητέρα.
Σκόπιμο, ωστόσο, θα ήταν να αναφέρουμε και στο πώς προέκυψε ο εορτασμός.
Στην αρχαία Ελλάδα, μια γιορτή ανοιξιάτικη, ήταν αφιερωμένη στη Θεά Γαία
(Μητέρα Γη), μητέρα των θεών και των ανθρώπων. Αυτή ήταν και η πρώτη μορφή εορτασμού της Μητέρας.
Στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, συναντάμε τη Γιορτή της Μητέρας, που γινόταν κάθε Μάρτιο, ως γιορτή αφιερωμένη στη Θεά Κυβέλη.
Στη συνέχεια, φτάνουμε στην Αγγλία του 15ου-16ου αι. μ.Χ., όπου γιορταζόταν η «Mothering Sunday», δηλ. η «Κυριακή της Μητέρας», την 4η Κυριακή της Σαρακοστής και ήταν αφιερωμένη στις μητέρες. Εκείνη τη μέρα όλοι οι υπηρέτες έπαιρναν από τα αφεντικά τους μία μέρα άδεια, για να επισκεφτούν τα σπίτια τους
και να περάσουν τη μέρα τους μαζί με τις μητέρες τους.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, στις αρχές του 20ού αιώνα, η δασκάλα Άννα Τζάρβις (Anna Jarvis) από τη Φιλαδέλφεια, αγωνίστηκε για την καθιέρωση της Γιορτής της Μητέρας, τη 2η Κυριακή του Μαΐου. Ήθελε να τιμήσει τη μητέρα της, που αγωνίστηκε για τη συμφιλίωση Νοτίων και Βορείων Αμερικανών, μετά τη λήξη του Αμερικανικού Εμφυλίου πολέμου, το 1864. Οι αγώνες της Άννας Τζάρβις δικαιώθηκαν το 1914, όταν το Κογκρέσο όρισε την επίσημη εθνική Γιορτή της Μητέρας, τη μέρα αυτή.
Στην Ελλάδα, γιορτάστηκε για πρώτη φορά η Γιορτή της Μητέρας στις 2 Φεβρουαρίου του 1929, για να συνδυαστεί η γιορτή αυτή με τη χριστιανική γιορτή της Υπαπαντής. Τελικά, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, η γιορτή μεταφέρθηκε από τις 2 Φεβρουαρίου τη 2η Κυριακή του Μαΐου.
Η μητέρα εξυμνείται ιδιαίτερα μέσα από την ποίηση και τη λογοτεχνία. Η αγάπη και η τρυφερότητα της μάνας για το παιδί της αποτυπώνεται σε πλήθος ποιήματα και κείμενα σε όλες τις γλώσσες της ανθρωπότητας.

Παραθέτουμε παρακάτω, ως ελάχιστο φόρο τιμής στο ιερό της πρόσωπο, ποιήματα και αποσπάσματα από έργα σπουδαίων Ελλήνων λογοτεχνών.

Πώς να πειράξω τη μητέρα

Πως να πειράξω τη μητέρα
να κάμω εγώ να λυπηθεί,
που όλη νύχτα κι όλη μέρα
για το καλό μου προσπαθεί;

Πως ν’ αρνηθώ ή ν’ αναβάλλω
ό,τι ορίζει κι απαιτεί,
αφού στη γη δεν έχω άλλο
κανένα φίλο σαν κι αυτή;

Αυτή στα στήθη τα γλυκά της
με είχε βρέφος απαλό
με κάθιζε στα γόνατά της
και μ’ έμαθε να ομιλώ.

Αυτή με τρέφει και με ντύνει,
όλο το χρόνο που γυρνά,
και δίπλα στη μικρή μου κλίνη,
σαν αρρωστήσω ξαγρυπνά.

Αυτή σαν πέσω και χτυπήσω,
φιλά, να γιάνει την πληγή,
αυτή, τι πρέπει εγώ ν’ αφήσω
και τι να κάνω μ’ οδηγεί.

Πως το λοιπόν τέτοια μητέρα
να κάνω εγώ να λυπηθεί,
που όλη νύχτα κι όλη μέρα
για το καλό μου προσπαθεί;
Γεώργιος Βιζυηνός

Σκοτεινό τρυγόνι
(1874, Λυρικὸ ποίημα ἀφιερωμένο στη μάνα του )

“Μάννα μου, ἐγώ ᾽ μαι τ᾽ ἄμοιρο, τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι
ὁποὺ τὸ δέρνει ὁ ἄνεμος, βροχὴ ποὺ τὸ πληγώνει.
Τὸ δόλιο! ὅπου κι ἂν στραφεῖ κι ἀπ᾽ ὅπου κι ἂν περάσει,
δὲ βρίσκει πέτρα νὰ σταθεῖ κλωνάρι νὰ πλαγιάσει.

Ἐγὼ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ᾽ ἀποδαρμένη
μέσα σὲ πέλαγο ἀνοιχτό, σὲ θάλασσ᾽ ἀφρισμένη,
παλαίβω μὲ τὰ κύματα χωρὶς πανί, τιμόνι
κι ἄλλη δὲν ἔχω ἄγκουρα πλὴν τὴν εὐχή σου μόνη.

Στὴν ἀγκαλιά σου τὴ γλυκειά, μανούλα μου, ν᾽ ἀράξω
μὲς στὸ βαθὺ τὸ πέλαγο αὐτὸ πριχοῦ βουλιάξω.

Μανούλα μου, ἤθελα νὰ πάω, νὰ φύγω, νὰ μισέψω
τοῦ ριζικοῦ μου ἀπὸ μακρυὰ τὴ θύρα ν᾽ ἀγναντέψω.
Στὸ θλιβερὸ βασίλειο τῆς Μοίρας νὰ πατήσω
κι ἐκεῖ νὰ βρῶ τὴ μοίρα μου καὶ νὰ τὴν ἐρωτήσω.

Νὰ τῆς εἰπῶ: εἶναι πολλά, σκληρὰ τὰ βασανά μου
ὡσὰν τὸ δίχτυ ποὺ σφαλνᾶ θάλασσα, φύκια κι ἄμμο
εἶναι κι ἡ τύχη μου σκληρή, σὰν τὴv ψυχὴ τὴ µαύρη
π᾽ ἀρνήθηκε τὴν Παναγιὰ κι ὁ πόλεος δὲν θά ᾽βρει.
Κι ἐκείνη μ᾽ ἀποκρίθηκε κι ἐκείνη ἀπελογήθη:
Ἦτον ἀνήλιαστη, ἄτυχε, ἡ μέρα ποὺ γεννήθης
ἄλλοι ἐπῆραν τὸν ἀνθὸ καὶ σὺ τὴ ρίζα πῆρες
ὄντας σὲ ἒπλασ᾽ ὁ Θεὸς δὲν εἶχε ἄλλες μοῖρες”.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

«Η μητέρα μου στην εκκλησία»

Άλλαξε τη μπόλια της η μητέρα μου κι ετοιμάστηκε
να πάει στην εκκλησία.
Καθαρή σαν αστέρι,
παρόλα τα μαύρα της, κατεβαίνει τα πέτρινα
σκαλοπάτια κοιτάζοντας την ευγένεια του ήλιου
και τις άσπρες πορτοκαλιές. Δεν ξέρει η μητέρα μου
τι είναι ο ήλιος. Τον φαντάζεται αγάπη
που ανατέλλει στον ουρανό — δεν ξέρει η μητέρα μου.
Δεν ξέρει αν ήτανε Σάββατο χτες,
δεν ξέρει αν αύριο είναι Δευτέρα.
Ωστόσο τις μέρες τις γνωρίζει καλά.
Η Κυριακή μυρίζει βασιλικό
κι η φωνή της καμπάνας είναι γλυκιά.
Δεν ξέρει πώς γίνεται. Γύρω της όλα
φαίνονται φρέσκα, δείχνουν αλλιώς.
Νικηφόρος Βρεττάκος

Ματωμένα Χώματα ( Διδώ Σωτηρίου)

Η μητέρα του ήταν μια τρυφερή, ευαίσθητη και υπομονετική γυναίκα. Στο σπίτι υπήρχαν δυο εξουσίες που υπολόγιζαν όλοι: του Θεού και του πατέρα. Στον άντρα της δεν αντιμιλούσε ούτε του εναντιωνόταν ποτέ. Μόνο μια φορά τόλμησε όταν τον είδε να δέρνει με μανία το παιδί τους, τον Μανώλη, επειδή έδωσε ένα νόμισμα στη μαϊμού ενός πλανόδιου γύφτου αντί να αγοράσει αλάτι. Εκείνη τη φορά η μητέρα προσπάθησε να συγκρατήσει τον άντρα της, για να μη σκοτώσει το παιδί. Πρόκειται για μια γυναικεία μορφή χαρακτηριστική της εποχής της. Διακρίνεται, όπως και άλλες γυναίκες της εποχής, για την εργατικότητα και τη νοικοκυροσύνη της. Ήταν άξια, προκομμένη και εργατική γυναίκα. Την έβλεπαν σαν τον σκεπασμένο ήλιο, που τον μαντεύεις, μα οι αχτίδες του δεν φτάνουν ίσαμε σένα να σε ζεστάνουνε. Ποτέ της δεν έβρισκε καιρό να χαϊδέψει τα παιδιά και να τα πάρει στα γόνατά της και να τους πει ένα παραμύθι. Ο Μανώλης τη θυμάται να δουλεύει πάντα ασταμάτητα, προσπαθώντας να προλάβει όλες τις δουλειές μέσα στο σπίτι αλλά και στα χωράφια. Ξυπνούσε πολύ πρωί για να ετοιμάσει το φαγητό, να φροντίσει το μωρό στην κούνια, να πλύνει και να φροντίσει το καθημερινό νοικοκυριό του σπιτιού…

Αναφορά στον Γκρέκο ( Νίκος Καζαντζάκης)

Οι ώρες που περνούσα με την μητέρα μου ήταν γεμάτες μυστήριο. Καθόμασταν ο ένας αντίκρα στον άλλο, εκείνη σε καρέκλα πλάι στο παράθυρο, εγώ στο σκαμνάκι μου, κι ένιωθα, μέσα στη σιωπή, το στήθος μου να γεμίζει και να χορταίνει, σαν να’ ταν ο αγέρας ανάμεσά μας και βύζαινα.
Από πάνω μας ήταν η γαζία, κι όταν ήταν ανθισμένη, η αυλή μοσκομύριζε. Αγαπούσα πολύ τα ευωδάτα κίτρινα λουλούδια της, τα ’βαζε η μητέρα μου στις κασέλες και τα εσώρουχά μας, τα σεντόνια μας όλη μου η παιδική ηλικία μύριζε γαζία.
Μιλούσαμε, πολλές ήσυχες κουβέντες, πότε η μητέρα μου διηγιόταν για τον πατέρα της, για το χωριό που γεννήθηκε, και πότε εγώ της στορούσα τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει, και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με την φαντασία μου• δε μ’ έφταναν τα μαρτύριά τους, έβαζα κι από δικού μου, ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου τα κλάματα, τη λυπόμουν, κάθιζα στα γόνατά της, τής χάιδευα τα μαλλιά και την παρηγορούσα:
-Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα, μη στενοχωριέσαι, σεργιανίζουν κάτω από ανθισμένα δέντρα, κουβεντιάζουν με τους αγγέλους και ξέχασαν τα βάσανά τους. Και κάθε Κυριακή βάζουν χρυσά ρούχα, κόκκινα κασκέτα με φούντες και πάνε να κάμουν βίζιτα στο Θεό. Κι η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της, με κοίταζε σα να μου έλεγε: «Αλήθεια λες;» και χαμογελούσε.
Και το καναρίνι, μέσα από το κλουβί του, μας άκουγε, σήκωνε το λαιμό και κελαηδούσε μεθυσμένο, ευχαριστημένο, σαν να’ χε κατέβει από τον Παράδεισο, σαν να’ χε αφήσει μια στιγμή τους αγίους κι ήρθε στη γης να καλοκαρδίσει τους ανθρώπους.
Η μητέρα μου, η γαζία, το καναρίνι, έχουν σμίξει αχώριστα, αθάνατα μέσα στο μυαλό μου• δεν μπορώ πια να μυρίσω γαζία, ν’ ακούσω καναρίνι, χωρίς ν’ ανέβει από το μνήμα της –από το σπλάχνο μου- η μητέρα μου και να σμίξει με τη μυρωδιά τούτη και με το κελάδημα του καναρινιού.
Ποτέ δεν είχα δει τη μητέρα μου να γελάει• χαμογελούσε μόνο, και τα βαθουλά μαύρα μάτια της κοίταζαν τους ανθρώπους γεμάτα υπομονή και καλοσύνη. Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό μέσα στο σπίτι, κι όλα τα πρόφταινε ανέκοπα κι αθόρυβα, σαν να’ χαν τα χέρια της μιαν καλοπροαίρετη μαγική δύναμη, που κυβερνούσε με καλοσύνη την καθημερινήν ανάγκη. Μπορεί και να’ ναι η νεράιδα, συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την σιωπηλά, η νεράιδα που λεν τα παραμύθια, και κινούσε στο παιδικό μυαλό μου η φαντασία να δουλεύει: μια νύχτα ο πατέρας μου, περνώντας από τον ποταμό, την είδε να χορεύει στο φεγγάρι, χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντιλο, κι από τότε την έφερε σπίτι και την έκαμε γυναίκα του. Κι ολημέρα τώρα πάει κι έρχεται η μάνα μέσα στο σπίτι και ψάχνει να βρει το κεφαλο-μάντιλο, να το ρίξει στα μαλλιά της, να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει. Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται, ν’ ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες, να ξεσκεπάζει τα πιθάρια, να σκύβει κάτω απ’ το κρεβάτι, κι έτρεμα μην τύχει και βρει το μαγικό κεφαλομάντιλό της και γίνει άφαντη…

 

Μάνα
Θέ μου, να κάμω σε σένα, θερμή προσευχή για τη μάνα!
Θέ μου, η αγάπη σου ας είν’ πιο βαθιά, πιο γλυκιά για τη μάνα!
Μέσα της κάμε ν’ απλώνεται πάντα η δική σου γαλήνη,
και στις πληγές της καρδιάς της η χάρη σου βάλσαμο ας γίνει.

Γεώργιος Βερίτης

Σερετούδη Αγάπη
Εκπαιδευτικός 1ου Δ. Σχ. Σουφλίου

Πηγές:
http://elenihoreanthi-dokimia.blogspot.gr/2013/01/blog-post_3058.html

http://homouniversalisgr.blogspot.gr/2013/05/blog-post_9424.html

Μανούλα

Σε όλες τις μανούλες του κόσμου…

Είπαν του ήλιου “γιορτάζει η μάνα”
κι εκείνος βάλθηκε με φως τη γη να ντύνει.
Είπαν της θάλασσας “γιορτάζει η μάνα”
κι αμέσως έγινε η φουρτούνα γαλήνη.
Το ‘μαθαν τα πουλιά, “γιορτάζει η μάνα”
και το τραγούδι τους ξεχείλισε πλημμύρα.
Το ‘μαθαν τα άνθη, “γιορτάζει η μάνα”
και μοσχοβόλησε η πλάση χίλια μύρα.
Τ’ άκουσε η βροχή, αλλά δεν έκλαψε
δάκρυ δεν κάνει να κυλήσει αυτή τη μέρα.
Τ’ άκουσε ο ουρανός κι άνοιξε διάπλατα
πείτε ευχές, μύριες ευχές για τη μητέρα!

Πηγή: internet

Αρέσει σε %d bloggers: